Γράφει

ο Παναγιώτης Παλλαντζάς

Σκέψου ότι είσαι στα 45 σου, πρώην ποδοσφαιριστής, έχεις αγωνιστεί στην ομάδα που υποστήριζες πάντα, έχεις κατακτήσει τίτλους, έχεις ζήσει τη δόξα ή το χρήμα και όταν έχεις γενέθλια δέχεσαι ευχές από κάποια εκ των μεγαλύτερων ονομάτων του ιταλικού ή παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Καλό δεν ακούγεται; Και είναι.

Κανείς, επομένως, δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Γρηγόρη Γεωργάτο ότι δεν τίμησε το ταλέντο του με την καριέρα που έκανε ή ότι δεν προσπάθησε όσο έπρεπε για να ζήσει αυτό που ονειρευόταν μικρός. Ίσως, αν πρέπει να τον κατηγορήσουμε για κάτι, να είναι ακριβώς αυτό: Το γεγονός ότι όντως προσπάθησε πολύ για να ζήσει αυτό που ονειρευόταν μικρός.

Αυτό δεν το γράφουμε για την μεταγραφή του στην Ίντερ το καλοκαίρι του 1999, αλλά για το γεγονός ότι αυτό του 2000 τον βρήκε να επιστρέφει… πανευτυχής στον Ολυμπιακό. Αν το δεις οπαδικά το θέμα, τον αποθεώνεις. Αν το δεις ρεαλιστικά, σκέφτεσαι ότι η περίπτωση του υπάγεται σε αυτές που τα αγγλικά ΜΜΕ ονομάζουν «what if?».

Ο κολλητός των Βιέρι και Ρονάλντο

Γιατί πραγματικά μπορείς να αναρωτηθείς και να έχει βάση -και όχι μόνο την… εθνική υπερηφάνεια σαν στήριγμα- τι καριέρα θα μπορούσε να κάνει στην Ιταλία ο Γεωργάτος αν σκεφτόταν ως ποδοσφαιριστής και όχι σαν «τρελός καραφλός». Αν κάποιος το θεωρεί υπερβολικό αυτό, τότε ας αποδώσει τον ίδιο χαρακτηρισμό και στον Κριστιάν Βιέρι.

«Χρόνια πολλά στον μεγάλο συμπαίκτη μου Γεωργάτο, στον καλύτερο του κόσμου στις σέντρες. Με βοήθησε να βάλω ένα σωρό γκολ. Σε αγαπάω, σου στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά και ευχές», έλεγε μέσω βίντεο ο παλαίμαχος Ιταλός επιθετικός το 2017 στον «Γκέο» για τα γενέθλια του, επιβεβαιώνοντας ότι στο Μιλάνο εκτίμησαν πολύ το ταλέντο του, την αξία του. Περισσότερο, σίγουρα, από ό,τι το έκανε ο ίδιος.

Την ώρα που ο Γεωργάτος επέστρεφε μέσα στην τρελή χαρά στην Ελλάδα, στην Ιταλία οι οπαδοί των «νερατζούρι» σήκωναν πανό για αυτόν. Την περίοδο που ένιωθε και πάλι ευτυχισμένος με τους φίλους του στον Ολυμπιακό, ο Βιέρι ζητούσε δημοσίως από τον Μάσιμο Μοράτι να επαναφέρει τον Έλληνα μπακ στην Ίντερ. Εκεί όπου ο Γρηγόρης μοιραζόταν το δωμάτιο στις αποστολές της ομάδας με τον Ρονάλντο και συζητούσαν για αυτοκίνητα, ενώ έκανε προπονήσεις υπό τις οδηγίες του Μαρτσέλο Λίπι.

«Δεν είχα ξαναδεί τέτοια δουλειά σε προπόνηση, τόση προσοχή στην τακτική ή στην ψυχολογική προετοιμασία», είχε πει τότε σε μια συνέντευξη του, στην οποία, όπως και σε όλες όσες παραχώρησε, κλήθηκε να απαντήσει και στο γιατί δεν ήθελε να παραμείνει στην Ιταλία, η οποία είχε το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου. Και ο ίδιος είχε την τύχη να βρίσκεται σε μια ομάδα που είχε τον… καλύτερο πρόεδρο του κόσμου, για τους ποδοσφαιριστές.

Τα λεφτά και η αγάπη των τιφόζι

Τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και η αρχή των 00’s ήταν η καλύτερη εποχή του Μοράτι, ήταν τα χρόνια που μπορούσε πολύ εύκολα να χρυσώσει, ακόμη και κυριολεκτικά αν χρειαζόταν, έναν παίκτη για να πάει ή να παραμείνει στην Ίντερ. Ακόμη κι από αυτή την σκοπιά να το δούμε, τα 400 εκατ. δραχμές ετησίως για τα οποία υπέγραψε ο Γεωργάτος στους Μιλανέζους το 1999 (περισσότερο από δύο δεκαετίες πίσω), εύκολα θα μπορούσαν να αυξηθούν αν συνέχιζε όπως άρχισε στη Serie A.

Με ασίστ και γκολ δηλαδή, κάνοντας τους Ιντερίστι να πιστέψουν ότι είχαν βρει, έπειτα από αναζήτηση χρόνων, ένα πλάγιο μπακ για να διαδεχθεί τον μεγάλο Αντρέας Μπρέμε. Η διαφορά είναι ότι ο Γερμανός ακόμη και σήμερα, με την παραμικρή αφορμή, μιλάει με νοσταλγία για τα χρόνια του στο Μιλάνο, ενώ ο Γεωργάτος ένιωσε νοσταλγία έπειτα από μόλις κάποιους μήνες για τον Πειραιά και την Ελλάδα.

Χρόνια μετά, είπε πως το καλό ξεκίνημα του στη Serie A και η αποθέωση από όλους, συμπαίκτες-οπαδούς-Τύπο, τον έκανε να νιώσει ότι έζησε την καταξίωση, ότι απέδειξε πως μπορεί να σταθεί σε αυτό το επίπεδο και στη συνέχεια, όταν πια είχε αποφασίσει ότι αυτό που ήθελε ήταν να επιστρέψει στην Ελλάδα, χαλάρωσε. Η απόδοση του έπεσε, η αμυντική βελτίωση που ήταν το μόνο που χρειαζόταν δεν ήρθε και γενικά έδειχνε ότι ήθελε να φύγει.

Η επιθυμία του, ως γνωστόν, έγινε πραγματικότητα, για να επιστρέψει στην Ίντερ -αφού στον Ολυμπιακό παραχωρήθηκε δανεικός για ένα χρόνο- το καλοκαίρι του 2001. Με τα πράγματα διαφορετικά όμως… Ο Μαρτσέλο Λίπι είχε φύγει, οι τραυματισμοί δεν του επέτρεπαν να βρει ρυθμό, ο κόσμος ή ο Τύπος ήταν πιο δύσπιστοι απέναντι του και γενικά είχε γίνει φανερό ότι η μεγαλύτερη ευκαιρία της καριέρας του, είχε χαθεί.

Ο Γρηγόρης Γεωργάτος υπήρξε ένας αριστερός μπακ που μπορούσε να κάνει μαγικά πράγματα μπροστά και ο ποδοσφαιριστής που έπαιξε στην πιο δυνατή ομάδα και στο πιο δυνατό πρωτάθλημα που έπαιξε ποτέ Έλληνας. Έκανε μεταγραφή 2,5 δισ. δραχμών, βρέθηκε συμπαίκτης με κάποιους από τους καλύτερους του κόσμου και ορισμένοι από αυτούς τον θυμούνται ακόμη και του στέλνουν τις ευχές τους.

Ακούγεται όντως καλό τελικά και είναι. Αλλά θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερο αν προσπαθούσε λιγότερο για αυτό που ήθελε και περισσότερο για αυτό που έπρεπε…

Πηγή: newsbeast.gr