Κάποτε υπήρχε μια εύκολη απάντηση στο ερώτημα «ποιος διοικεί αυτόν τον κόσμο;». Σήμερα ωστόσο ο κόσμος έχει γίνει πιο περίπλοκος. Οι ΗΠΑ, αν και προφανώς διατηρούν την τεράστια ισχύ τους, απώλεσαν την ηγεμονία τους. Νέες δυνάμεις ισχυροποιούνται και μπορούν πλέον να θέτουν τους δικούς τους όρους και κανόνες στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα.

Όπως αναφέρει στο Foreign Policy, ο Ιάν Μπρέμερ, πρόεδρος του «Eurasia Group», πρόκειται για έναν κόσμο «G-Zero», έναν κόσμο χωρίς παγκόσμιο ηγέτη, αλλά και με έναν ανερχόμενο κυρίαρχο παράγοντα που θα καθορίσει τις εξελίξεις.

Στο άρθρο του υπογραμμίζει πως υπήρξαν τρεις παράγοντες πως μας οδήγησαν στο σήμερα:

Πρώτον, η Ρωσία, παρά το σοκ από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αρνήθηκε να ενταχθεί στη διεθνή τάξη πραγμάτων υπό τη Δύση. Ανεξάρτητα από το ποιος φέρει την ευθύνη για τις εξελίξεις, οι δύο πλευρές βλέπουν πλέον η μία την άλλη ως τον πρωταρχικό αντίπαλο στην παγκόσμια σκηνή.  

Δεύτερον, η Κίνα εισήχθη σε θεσμούς υπό την ηγεσία των ΗΠΑ με την επιδίωξη οι κινέζοι να γίνουν πιο «αμερικάνοι». Ωστόσο οι Κινέζοι εξακολούθησαν να είναι Κινέζοι και οι ΗΠΑ δεν είναι έτοιμες να το δεχτούν.

Τρίτον, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους αγνόησαν εκατομμύρια πολίτες τους που ένιωσαν ότι μένουν πίσω λόγω της παγκοσμιοποίησης. Οι ανησυχίες τους ενισχύθηκαν στη συνέχεια  λόγω της αυξανόμενης εισοδηματικής και μισθολογικής ανισότητας, της δημογραφικής μετατόπισης και της πολιτικής κωλυσιεργίας, αλλά και την πόλωση που επέφεραν οι νέες τεχνολογίες στα μέσα ενημέρωσης. Πλέον μετά από δεκαετίας αδιαφορίας, οι περισσότεροι από αυτούς τους πολίτες δυσπιστούν απέναντι στις κυβερνήσεις τους και την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.  

«Για όλες τις σημερινές γεωπολιτικές κρίσεις που βλέπετε στα πρωτοσέλιδα κάθε ημέρα, από τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία και τη σύγκρουση για τη Ταϊβάν μέχρι τις πυρηνικές εντάσεις με το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα, ευθύνεται, έμμεσα ή άμεσα, σε ποσοστό 90% στα παραπάνω τρία συμβάντα. Με άλλα λόγια, οι κρίσεις δεν αφορούν μεμονωμένους ηγέτες, αλλά αποτελούν δομικό χαρακτηριστικό του γεωπολιτικού μας τοπίου. Και επειδή, καλώς ή κακώς, τίποτα δεν κρατάει για πάντα, η επερχόμενη παγκόσμια τάξη θα είναι πολύ διαφορετική από όσα έχουμε δει μέχρι σήμερα», γράφει.

Και επισημαίνει «πλέον δεν υπάρχουν πολυδιάστατες υπερδυνάμεις – όπως συνέβαινε στο παρελθόν με χώρες που έχουν παγκόσμια ισχύ σε κάθε τομέα. Οι ΗΠΑ και η Κίνα δεν είναι υπερδυνάμεις, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που χρησιμοποιούσαμε αυτόν τον όρο […] Αντίθετα αυτό που έχουμε σήμερα είναι πολλαπλές παγκόσμιες τάξεις, ξεχωριστές αλλά και επικαλυπτόμενες».

Ισχυρότερες στρατιωτικά οι ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν φτάνει

Οι ΗΠΑ έχουν την κυριαρχία στην ασφάλεια. Για άλλη μια χρονιά βρέθηκαν στην πρώτη θέση των ισχυρότερων στρατών στον πλανήτη. Είναι η μοναδική χώρα που μπορεί να στείλει στρατό σε κάθε γωνιά του κόσμου, ενώ ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της είναι σχεδόν τριπλάσιος από αυτόν της Κίνας. Το Πεκίνο αναπτύσσει ραγδαία τις στρατιωτικές δυνατότητές της στην Ασία, αλλά πουθενά αλλού. Αυτό ωστόσο είναι ικανό για να ανησυχήσει τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στον Ινδο-Ειρηνικό ωκεανό, οι οποίο βασίζονται όλο και περισσότερο στην υποστήριξη της Ουάσιγκτον.

Ταυτόχρονα η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει καταστήσει την Ευρώπη πιο εξαρτημένη από το ΝΑΤΟ, της στρατιωτικής συμμαχίας που επί της ουσίας ελέγχεται από τις ΗΠΑ. Ο πόλεμος έχει επίσης αποδυναμώσει τη Ρωσία, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη και με τις ισχυρές οικονομικές κυρώσεις της Δύσης. «Ναι, η Κίνα, η Ρωσία και άλλες χώρες έχουν πυρηνικά όπλα, αλλά στην πραγματικότητα η χρήση τους ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Έτσι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν στρατιωτική υπερδύναμη τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία», σημειώνει ο Ιάν Μπρέμερ.

Η πολυπλοκότητα της οικονομίας

Ωστόσο υπογραμμίζει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να θέσει τους δικούς της κανόνες για την παγκόσμια οικονομία, επειδή η οικονομική τάξη είναι πλέον περισσότερο πολύπλοκη. Σύμφωνα με την ανάλυση στο Foreign Policy, η Κίνα είναι εξίσου ισχυρή οικονομικά και επιπλέον οι δύο χώρες είναι σε μεγάλο βαθμό αλληλεξαρτώμενες για να αποσυνδεθούν. Ταυτόχρονα η ΕΕ αποτελεί τη μεγαλύτερη κοινή αγορά στον κόσμο, γεγονός που τις επιτρέπει να θέσει κανόνες και πρότυπα που οι ΗΠΑ, η Κίνα αλλά και οι υπόλοιπες χώρες θα πρέπει να αποδεχθούν ως το «τίμημα» της συναλλαγής μαζί της. Επίσης η Ιαπωνία εξακολουθεί να είναι παγκόσμια οικονομική δύναμη, ενώ η οικονομία της Ινδίας αναπτύσσεται ραγδαία, μαζί με την επιρροή της στη διεθνή σκηνή.

Η σημασία αυτών των οικονομιών, αλλά και των αναπτυσσόμενων, θα συνεχίσει να μεταβάλλεται την επόμενη δεκαετία και το σίγουρο είναι πως η παγκόσμια οικονομική τάξη θα συνεχίσει να είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και πολυπολική. Όπως θα συνεχιστούν και οι εντάσεις καθώς η κάθε πλευρά επιχειρεί να ενισχύσει τις σφαίρες επιρροής της και να προωθήσει τα συμφέροντά της σε μια σειρά από κρίσιμους τομείς, που εκτείνονται από την ασφάλεια και τους πολύτιμους πόρους έως το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Αν σε αυτό το μείγμα προστεθεί το γεγονός ότι οι αναπτυσσόμενες δυνάμεις έχουν πάρει το σκουπόξυλο και τρέχουν και δεν μπορεί να τις φτάσει κανείς, εξηγείται απόλυτα γιατί οι εντάσεις ανάμεσα σε όλες αυτές τις χώρες είναι σήμερα το αναμενόμενο αποτέλεσμα, που δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί για την επόμενη τουλάχιστον δεκαετία, διάστημα στο οποίο δεν προβλέπεται να έχει κάτσει καμιά μπίλια σε κανένα επίπεδο.

O νέος παράγοντας ισχύος που αλλάζει τα δεδομένα

Στους δύο παραδοσιακούς παράγοντες ισχύος, τον στρατό και την οικονομία, έρχεται να προστεθεί ένας τρίτος – ταχέως αναπτυσσόμενος, που αποκτά σταδιακά και διαρκώς μεγαλύτερη επιρροή. Πρόκειται για την ψηφιακή τάξη, κοινώς όσους ελέγχουν τη σύγχρονη τεχνολογία του διαδικτύου.  

Όλοι γνωρίζουν για τα όπλα που έχουν σταλεί στην Ουκρανία, «εάν όμως οι δυτικές εταιρείες τεχνολογίας δεν είχαν παρέμβει άμεσα τις πρώτες ημέρες της εισβολής για να αποκρούσουν τις ρωσικές επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και να επιτρέψουν στους Ουκρανούς ηγέτες να επικοινωνούν με τους στρατιώτες στην πρώτη γραμμή, η Ρωσία θα είχε βγάλει την Ουκρανία ολοκληρωτικά εκτός σύνδεσης μέσα σε λίγες εβδομάδες, τελειώνοντας (και κερδίζοντας) ουσιαστικά τον πόλεμο. Αναμφισβήτητα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν θα ήταν στην εξουσία σήμερα εάν δεν υπήρχαν οι εταιρείες τεχνολογίας και η δύναμή τους στον ψηφιακό κόσμο», σημειώνει ο Ιάν Μπρέμερ στο Foreign Policy και συνεχίζει:

«Οι ίδιες εταιρείες αποφασίζουν εάν ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να μιλήσει χωρίς φίλτρα και σε πραγματικό χρόνο σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, στην προσπάθεια του να διεκδικήσει ξανά την προεδρία των ΗΠΑ. Χωρίς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την ικανότητα τους να προωθούν θεωρίες συνωμοσίας, δεν θα υπήρχαν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο, ούτε αυτά της 8ης Ιανουαρίου στη Βραζιλία.

Οι εταιρείες τεχνολογίας καθορίζουν ακόμα και την ταυτότητά μας. Στο παρελθόν αναρωτιόμασταν αν η ανθρώπινη συμπεριφορά ήταν κυρίως αποτέλεσμα της φύσης ή της ανατροφής. Όχι πλέον. Σήμερα, είναι η φύση, η τροφή και ο αλγόριθμος. Η ψηφιακή τάξη γίνεται κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας για το πως ζούμε, τι πιστεύουμε, τι θέλουμε – και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να το αποκτήσουμε. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό μέγεθος δύναμης, την οποία έχουν συγκεντρώσει οι εταιρείες τεχνολογίας – Είναι τόσο μεγάλη που έχουν γίνει γεωπολιτικοί παίκτες από μόνες τους. Κερδοσκοπικοί παράγοντες ελέγχουν ήδη πτυχές της κοινωνίας, της οικονομίας και της εθνικής ασφάλειας, που παραδοσιακά ελέγχονταν από το κράτος. Οι ιδιωτικές τους αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα τα προς το ζην, τις αλληλεπιδράσεις, ακόμη και τα μοτίβα σκέψης δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Όλο και περισσότερο διαμορφώνουν επίσης το παγκόσμιο περιβάλλον στο οποίο δρουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις».

Τα τρία σενάρια για τη δύναμη των εταιρειών τεχνολογίας

Πως όμως μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι εταιρείες τεχνολογίας αυτή τη νέα δύναμή τους; Κατά τον Ίαν Μπρέμερ υπάρχουν τρία πιθανά σενάρια:

► Ψηφιακός ψυχρός πόλεμος. Εάν οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι συνεχίσουν να διεκδικούν ολοένα και περισσότερο χώρο στον ψηφιακό κόσμο, και οι εταιρείες τεχνολογίας ευθυγραμμιστούν με τις εγχώριες κυβερνήσεις, θα καταλήξουμε σε έναν τεχνολογικό ψυχρό πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Ο ψηφιακός κόσμος θα χωριστεί στα δύο, οι υπόλοιπες χώρες θα αναγκαστούν να επιλέξουν στρατόπεδο και η παγκοσμιοποίηση θα κατακερματιστεί, καθώς αυτές οι στρατηγικές τεχνολογίες θα γίνουν επιβληθούν της εθνικής ασφάλειας και της παγκόσμιας οικονομίας.

► Διατήρηση χάσματος φυσικού και ψηφιακού πεδίου – Μια νέα παγκοσμιοποιημένη ψηφιακή τάξη. Εάν οι εταιρείες τεχνολογίας επιμείνουν στις στρατηγικές παγκόσμιας ανάπτυξης, αρνούμενες να ευθυγραμμιστούν με τις κυβερνήσεις και διατηρώντας το υπάρχον χάσμα μεταξύ του φυσικού και του ψηφιακού πεδίου ανταγωνισμού, τότε θα δούμε μια νέα παγκοσμιοποίηση: Μια παγκοσμιοποιημένη ψηφιακή τάξη. Οι εταιρείες τεχνολογίας θα παραμείνουν κυρίαρχες στον ψηφιακό χώρο και θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για κέρδη και με τις κυβερνήσεις για γεωπολιτική ισχύ, με τον ίδιο τρόπο που οι μεγάλοι κρατικοί παράγοντες επιδιώκουν επί του παρόντος την επιρροή στο χώρο, όπου επικαλύπτονται οι παράγοντες της οικονομίας και της ασφάλειας.

► Η κυριαρχία της ψηφιακής τάξης. Εάν ο ψηφιακός χώρος γίνει η σημαντικότερη αρένα ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, και η δύναμη των κυβερνήσεων συνεχίζει να διαβρώνεται από την ισχύ των εταιρειών τεχνολογίας, τότε η ίδια η ψηφιακή τάξη θα γίνει η κυρίαρχη παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Εάν συμβεί αυτό θα έχουμε έναν μετα-βεστφαλικό κόσμο με την τεχνολογία ως κυρίαρχο πόλο και τις εταιρείες τεχνολογίας ως κεντρικούς παίκτες στη γεωπολιτική του 21ου αιώνα.

Εν κατακλείδι

«Και τα τρία αυτά σενάρια είναι απολύτως εύλογα, αλλά και κανένα δεν είναι αναπόφευκτο. Σε ποιο από αυτά θα καταλήξουμε θα εξαρτηθεί από το πώς η εκρηκτική φύση της τεχνητής νοημοσύνης θα οδηγήσει τις αλλαγές στις υπάρχουσες δομές εξουσίας, από το εάν οι κυβερνήσεις είναι μπορούν και επιθυμούν να θέσουν ρυθμιστικούς κανόνες στις εταιρείες τεχνολογίας, αλλά και από το – πιο κρίσιμο – πως οι ηγέτες της τεχνολογίας θα αποφασίσουν πως θέλουν να αξιοποιήσουν τη νέα τους δύναμη», καταλήγει η ανάλυση στο Foreign Policy.

Πηγή: newsbeast.gr